διμερές

διμερές
Χημικός όρος που χαρακτηρίζει ένα μόριο που προέρχεται από τον συνδυασμό δύο όμοιων απλούστερων μορίων, τα οποία ονομάζονται μονομερή. Το φαινόμενο του διμερισμού είναι σύνηθες στους υδρογονάνθρακες με ευθεία αλυσίδα και στα λιπαρά οξέα. Πολλά δ. μόρια βρίσκονται στη φύση, όπως, για παράδειγμα, το βουτάνιο (C4H8) το οποίο είναι ένα δ. του αιθυλένιου. Πολλά άλλα σχηματίζονται συνθετικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • διμερές — διμερής bipartite masc/fem voc sg διμερής bipartite neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλεμάντ — (Μουσ.) χορός σε διμερές μέτρο και μέτρια ρυθμική αγωγή που πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές ή τα μέσα τού 16ου αιώνα και εξελίχθηκε σε έναν από τους δημοφιλέστερους οργανικούς χορούς τής εποχής «μπαρόκ» (σε γενικές γραμμές: 1600 1750), από τα… …   Dictionary of Greek

  • απόσταξη — Εργασία με την οποία μείγμα δύο ή περισσότερων υγρών διαχωρίζεται άμεσα στα συστατικά του, ή ένα υγρό καθαρίζεται από τις ξένες προσμείξεις, αφού υποβληθεί σε εξάτμιση και διαδοχική συμπύκνωση των παραγόμενων ατμών. Αν θερμάνουμε ένα μείγμα… …   Dictionary of Greek

  • πεντοζάλης — Κρητικός χορός, που θεωρείται ένας από τους ωραιότερους και θεαματικότερους της Ελλάδας. Η ονομασία πεντοζάλης προέρχεται από την κρητική λέξη «ζάλα» που θα πει βήματα. Χορευτές και χορεύτριες σχηματίζουν κύκλο ανοιχτό προς το κέντρο. Τα βήματα… …   Dictionary of Greek

  • γκαβότ — (gavotte). Παλαιός γαλλικός χορός λαϊκής προέλευσης σε μέτρια ρυθμική αγωγή και διμερές μέτρο. Ήταν της μόδας στις αυλές στο τέλος του 16ου αι. και σε ιδιαίτερη ακμή την εποχή του Λουδοβίκου ΙΔ’ και του Λουδοβίκου IE’. Η ονομασία του προέρχεται… …   Dictionary of Greek

  • διπεντένιο — Κυκλικό τερπένιο του τύπου C10H16, που μπορεί να θεωρηθεί διμερές του ισοπρένιου (C5H8). Παρασκευάζεται με απόσταξη των αιθέριων ελαίων και της τερεβινθίνης. Είναι άχρωμο υγρό, με σημείο βρασμού 175°C. Είναι εύφλεκτο και οξειδώνεται εύκολα,… …   Dictionary of Greek

  • ευτηκτικό σημείο — Η θερμοκρασία τήξης ενός μείγματος ή κράματος δύο ή περισσότερων σωμάτων, η οποία έχει πραγματοποιηθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται σταθερό σημείο τήξης. Αν σε ένα διμερές μείγμα τα συστατικά δεν δίνουν χημικές ενώσεις, τότε το ε.σ.… …   Dictionary of Greek

  • κλίρινγκ — (clearing). Συμφωνία διακανονισμού των λογαριασμών χωρίς τη χρησιμοποίηση χρήματος, αλλά με τον αμοιβαίο συμψηφισμό των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τις βρετανικές τράπεζες κατά τα μέσα του 18ου αι. Οι… …   Dictionary of Greek

  • σιλικόνες — Γενική ονομασία μιας ομάδας οργανο πυριτικών υψηλο πολυμερών ενώσεων η οποία, από άποψη δομής, βασίζεται σ’ ένα σκελετό σχηματισμένο με δεσμούς πυρίτιο οξυγόνο και πυρίτιο άνθρακας. Ανάλογα με τα χρησιμοποιούμενα αρχικά μονομερή και τις συνθήκες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”